Stephen Hawking & Leonard Mlodinow, “The Grand Design”, Random House, 2010

BIBStephen Hawking & Leonard Mlodinow, “The Grand Design”, Random House, 2010

του Χρήστου Κεφαλή*

Ο Στίβεν Χόκινγκ έχει συχνά αποκληθεί ο κορυφαίος φυσικός της εποχής μας. Δικαιολογημένα, αφού το να ανακαινίζει κάποιος όλη τη φυσική επιστήμη καθηλωμένος σε ένα αναπηρικό καρότσι, με μόνο λειτουργικό μέρος του σώματός του τον εγκέφαλό του, δεν είναι κάτι που συμβαίνει κάθε μέρα. Ταυτόχρονα με το να καταδείχνει τους ανεξάντλητους ορίζοντες της ανθρώπινης διάνοιας, ο Χόκινγκ προσφέρει με το παράδειγμά του μια έξοχη απόδειξη της δύναμης της θέλησης και των δημιουργικών ικανοτήτων του ανθρώπου, που θα γνωρίσουν πλήρη άνθιση μόνο σε μια διαφορετική κοινωνία, απαλλαγμένη από την εκμετάλλευση, τη χυδαιότητα, τα ταπεινά κίνητρα και την παρακμή που γεννά η λογική του κέρδους.
Το πρόσφατο βιβλίο του Χόκινγκ, Το Μεγάλο Σχέδιο (The Grand Design), γραμμένο από κοινού με τον Λέοναρντ Μλόντινοβ και κυκλοφορημένο το Σεπτέμβρη του 2010, αποτελεί μια απτή μαρτυρία του τρόπου με τον οποίο οι κορυφαίες αυθεντίες της φυσικής επιστήμης, οδηγημένες από την ίδια τη λογική της επιστημονικής τους έρευνας, καταλήγουν σε ξεκάθαρες υλιστικές, αθεϊστικές θέσεις και συμπεράσματα. Ως τέτοιο όχι μόνο έχει τεράστια σημασία για την εξέλιξη της επιστημολογίας και της φυσικής φιλοσοφίας, αλλά δεν μπορεί παρά να είναι εξαιρετικά ευπρόσδεκτο για τους μαρξιστές και τους υλιστές θεωρητικούς γενικότερα.
Μια προσπάθεια να αποτιμηθεί διεξοδικά κάθε τι που λέει ο Χόκινγκ στο νέο βιβλίο του θα ήταν πιθανά πρόωρη. Ωστόσο, τα αποσπάσματα των βασικών θέσεών του και οι αναλύσεις που έχουν ήδη δει το φως στον Τύπο και το Διαδίκτυο είναι εντελώς επαρκή για να σχηματίσουμε μια κατανόηση της ουσίας της σκέψης του.
Ο Χόκινγκ παίρνει ρητά θέση στο έργο αυτό για το ασυμβίβαστο της φυσικής επιστήμης με την υπόθεση του Θεού, τονίζοντας ότι η ιδέα ενός Δημιουργού είναι τελείως περιττή και ότι οι φυσικοί νόμοι αρκούν για να εξηγηθεί όλη η κίνηση του Σύμπαντος. Όπως ο ίδιος το θέτει:
«Το χέρι του Θεού δεν ήταν απαραίτητο για να δημιουργηθεί το Σύμπαν, το οποίο σχηματίστηκε από μόνο του, με τη λογική των νόμων της φυσικής. Επειδή ακριβώς υπάρχει ο νόμος της βαρύτητας, το Σύμπαν μπορεί να δημιουργηθεί από μόνο του, εκ του μηδενός. Η αυθόρμητη δημιουργία είναι ο λόγος για τον οποίο υπάρχει κάτι και όχι τίποτα, ο λόγος για τον οποίο υπάρχει το Σύμπαν, ο λόγος για τον οποίο υπάρχουμε εμείς»1.
Η αναφορά στη “δημιουργία εκ του μηδενός”, όπως παρατηρεί ο Άλαν Μπόιλ σε μια συνοπτική αλλά περιεκτική και εύστοχη παρουσίαση της επιχειρηματολογίας του Χόκινγκ2, δεν υπονοεί διόλου ότι το Σύμπαν εμφανίζεται με κάποιο μαγικό τρόπο από το τίποτα. Μια παρόμοια εικόνα θα ήταν μάλλον μυστικισμός παρά εξήγηση και δεν θα συνεισέφερε πολύ στη διαμάχη για το Θεό.
Ο Χόκινγκ επιχειρηματολογεί ότι στην μελέτη της καταγωγής του Σύμπαντος πρέπει να προχωράμε από το παρόν προς το παρελθόν, ξεκινώντας από την τωρινή κατάσταση και τη γνώση μας των φυσικών νόμων, και όχι από ένα υποθετικό σημείο μηδέν, που θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει κάτι ριζικά διαφορετικό. Το αποκαλεί αυτό “Κοσμολογία από τα πάνω προς τα κάτω” και επεξεργάζεται ένα μοντέλο της “κοσμικής δημιουργίας” βασισμένο στις αντίρροπες δυνάμεις και τον ειδικό ρόλο της βαρύτητας:
«Επειδή η βαρύτητα διαμορφώνει το χώρο και το χρόνο, επιτρέπει στο χωροχρόνο να είναι τοπικά σταθερός αλλά κοσμικά ασταθής. Στην κλίμακα όλου του σύμπαντος η θετική ενέργεια της ύλης μπορεί να ισορροπείται από την αρνητική βαρυτική ενέργεια και έτσι δεν υπάρχει κανένας περιορισμός στη δημιουργία ολόκληρων συμπάντων»3.
Ο Χόκινγκ προσεγγίζει έτσι τη βασική θέση της υλιστικής διαλεκτικής για τη συνύπαρξη αντίθετων γνωρισμάτων σε όλα τα πεδία και τα φαινόμενα της φύσης, από τη διαμάχη των οποίων προκαλείται η εξέλιξη. Το “μηδέν” σε αυτή την εικόνα δεν έχει την έννοια του τίποτα, αλλά των δυο αντιθέτων, που σε μια τυπική πράξη πρόσθεσης θα αλληλοεξουδετερώνονταν, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκονται σε μια διαρκή, αιώνια αντιπαράθεση. Είναι ουσιαστικά η ίδια εικόνα με την ηρακλείτεια φωτιά που ανάβει και σβήνει νομοτελειακά, και την αυτό-οργάνωση της ύλης μέσω αυτής της διαδικασίας.
Ο Ρίτσαρντ Ντόκινς, ο διακεκριμένος υλιστής βιολόγος, χαιρέτισε το βιβλίο του Χόκινγκ, ως μια επιβεβαίωση του υλισμού και του αθεϊσμού στο πεδίο της κοσμολογίας, μια συνέχιση της τάσης για εξοβελισμό του Θεού από την επιστήμη, η οποία έχει πρακτικά επιβληθεί πλήρως στη βιολογία από το δαρβινισμό. «Ο Ντάρβιν», είπε ο Ντόκινς, «τον έδιωξε από τη βιολογία, αλλά η φυσική παρέμενε πιο αβέβαιη. Ο Χόκινγκ τώρα δίνει τη χαριστική βολή»4.
Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται εδώ για τη διακήρυξη ενός στρατευμένου αθεϊστή, που σπεύδει να χαιρετίσει ως αποφασιστικό ένα έργο σύμφωνο με την άποψή του. Μια ταυτόσημη εκτίμηση γίνεται στην παρουσίαση των “Times”: «Ακριβώς όπως ο δαρβινισμός απομάκρυνε την ανάγκη για ένα δημιουργό από τη σφαίρα της βιολογίας, ο πιο επιφανής επιστήμονας της Βρετανίας επιχειρηματολογεί ότι μια νέα σειρά θεωριών έχουν καταστήσει  πλεονάζοντα το ρόλο ενός δημιουργού στο Σύμπαν». Και η ανταποκρίτρια των “Times” για τα θρησκευτικά θέματα Ρουθ Γκλέντχιλ σημειώνει ότι, σε αντίθεση με το πολεμικό στιλ του Ντόκινς, ο Χόκινγκ βασίζεται στη λογική τεκμηρίωση και γι’ αυτό «το επιχείρημά του είναι πιθανό μακροχρόνια να είναι πιο επικίνδυνο για τη θρησκεία επειδή είναι πιο μετρημένο από το “The God Delusion”»5.
Όλα αυτά είναι ουσιαστικά σωστά. Και παρότι η υλιστική κοσμοεικόνα προκύπτει από όλη την εξέλιξη της επιστήμης, και είχε ήδη διακηρυχτεί από πολλούς μεγάλους φυσικούς επιστήμονες – πιο αξιοσημείωτα από φυσικούς όπως οι Γουάινμπεργκ, Κάκου, Γκελ-Μαν, Σμόλιν και βιολόγους όπως οι Κρικ, Μάιρ και Ντόκινς – η ρητή υιοθέτησή της από την κορυφαία επιστημονική αυθεντία του καιρού μας αποτελεί πράγματι ένα ορόσημο που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί ή να υποβιβαστεί σε κάτι επουσιώδες από κανέναν.
Στα δημοσιεύματα του Τύπου, όπως εκείνο του “Βήματος”, αναγνωρίζεται η βαρύτητα του γεγονότος και γίνεται αναφορά στο ότι «ο διάσημος βρετανός επιστήμονας ασπάζεται τελικά την άποψη ότι κοσμολογία και θεολογία είναι ασυμβίβαστες». Ταυτόχρονα όμως γίνεται προσπάθεια να εμφανιστεί ότι δήθεν με τη θέση του αυτή ο Χόκινγκ κάνει μια ριζική στροφή, ότι προηγούμενα υποστήριζε θέσεις θεολογικές και τώρα «έχει αλλάξει γνώμη». Ως απόδειξη παρατίθεται μια παλιότερη τοποθέτησή του, από το βιβλίο του 1988 Μια Σύντομη Ιστορία του Χρόνου: «Αν ανακαλύψουμε μια ολοκληρωμένη θεωρία, θα είναι ο απόλυτος θρίαμβος της ανθρώπινης λογικής – γιατί τότε θα γνωρίσουμε τον νου του Θεού»6.
Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει καμιά τέτοια ριζική στροφή και “αλλαγή γνώμης”7  του Χόκινγκ. Απεναντίας, με το έργο του αυτό, αναπτύσσει και αποσαφηνίζει παραπέρα την κατεύθυνση που ήδη ενυπήρχε στις προγενέστερες δημοσιεύσεις του, μια κατεύθυνση στην ουσία της υλιστική και αθεϊστική. Ακόμη και στο μνημονευόμενο έργο του ο Χόκινγκ δήλωνε ρητά ότι η ιδέα του Θεού είναι περιττή και ότι το Σύμπαν είναι απεριόριστο:
«Δεν υπάρχουν ανωμαλίες όπου οι νόμοι της φυσικής καταρρέουν˙ δεν υπάρχει η ανάγκη για κάποιους νέους νόμους που θα καθορίζουν τις οριακές συνθήκες του χωροχρόνου˙ επομένως είναι περιττή η επίκληση ενός Θεού. Μπορεί κανείς να πει: “Οι οριακές συνθήκες του Σύμπαντος είναι ότι το Σύμπαν δεν έχει όρια”. Το Σύμπαν περιέχει τον εαυτό του και δεν επηρεάζεται από οτιδήποτε άλλο έξω από αυτό. Δεν δημιουργείται ούτε καταστρέφεται: ΥΠΑΡΧΕΙ»8.
Οι αναφορές του Χόκινγκ στο “νου του Θεού” στο συγκεκριμένο έργο είχαν την έννοια ενός συνώνυμου της φυσικής τάξης, αποτελώντας μάλλον ένα φραστικό κατάλοιπο, που μπορεί να θολώνει ελαφρά, αλλά δεν αναιρεί διόλου τη βασικά υλιστική του οπτική. Αλλά είναι σημαντικό ότι και αυτός ο περιστασιακός μεταφυσικός τρόπος έκφρασης εγκαταλείπεται τώρα οριστικά και ότι ο μεγάλος φυσικός με συνέπεια πλέον και μεγαλύτερη βαθύτητα στέκει στις θέσεις του υλισμού. Και πάλι λοιπόν έχει δίκιο ο Μπόιλ όταν παρατηρεί πως το «“The Grand Design” συναρμολογεί ιδέες που ο Χόκινγκ δοκίμαζε για πολύ καιρό»9. Πρόκειται για ένα βήμα ολοκλήρωσης και σύνθεσης, η ουσία του οποίου συνίσταται σε τούτο: ότι αν ο Χόκινγκ και πριν θεωρούσε την ιδέα του Θεού περιττή, τώρα τη θεωρεί πλέον μάταιη και επιζήμια, επιδίδεται δε σε μια συστηματική προσπάθεια για να δείξει ότι η επιστήμη είναι ριζικά ασυμβίβαστη με αυτή.
Πρόκειται για μια καίρια πρόοδο από την παλιά κατάσταση, όταν η επιστήμη άφηνε ένα παράθυρο ανοιχτό για τη θεία δημιουργία, με την έννοια ότι η θεωρία του Μπιγκ Μπανγκ δεν είχε ολοκληρωθεί και ήταν δυνατό να παρερμηνεύεται από τους πάπες, κ.λπ., ότι περιγράφει τη “στιγμή της θείας πράξης” . Στο παρελθόν αυτό μπορούσε να εμφανίζεται ως μια εξίσου νόμιμη, ή τουλάχιστον πιθανή, ερμηνεία. Αυτό που μας λέει τώρα ο Χόκινγκ είναι ότι η κοσμολογία η ίδια υποδεικνύει την υλιστική ερμηνεία. Αυτό, αντικειμενικά, είναι ένα αποφασιστικό πλήγμα σε όλη τη θεολογία.
Μια σοβαρή αντίρρηση που μπορεί να προβληθεί στις ιδέες του Χόκινγκ – πέρα από την κάπως ατυχή επιλογή του τίτλου του βιβλίου – είναι η σύλληψή του της συμπαντικής εξέλιξης με βάση ένα μοντέλο “πολλών συμπάντων” ή “κόσμων” που απορρέουν από τη Μεγάλη Έκρηξη και τα οποία μπορεί να εξελίσσονται και να συνυπάρχουν παράλληλα, όντας μάλιστα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Όπως ο ίδιος το θέτει, παρουσιάζοντας το έργο:
«Στο “The Grand Design” εξηγούμε γιατί, σύμφωνα με την κβαντική θεωρία, ο κόσμος δεν έχει απλά μια μοναδική ύπαρξη, ή ιστορία, αλλά μάλλον κάθε δυνατή ιστορία του σύμπαντος υπάρχει ταυτόχρονα… Συζητούμε πώς οι νόμοι του δικού μας ιδιαίτερου Σύμπαντος είναι τόσο λεπτά εναρμονισμένοι ώστε να επιτρέπουν την ύπαρξή μας και δείχνουμε γιατί η κβαντική θεωρία προβλέπει το Πολυσύμπαν – την ιδέα ότι το δικό μας Σύμπαν είναι απλά ένα από τα πολλά σύμπαντα που εμφανίστηκαν αυθόρμητα από το τίποτα, το καθένα με διαφορετικούς νόμους της φύσης. Και αξιολογούμε τη Θεωρία-Μ, μια εξήγηση των νόμων που διέπουν το Πολυσύμπαν και τη μόνη βιώσιμη υποψήφια για μια πλήρη “Θεωρία των Πάντων”»10.
Η Θεωρία-Μ, η πιο πρόσφατη επιστημονική κατάκτηση στην αναζήτηση της “ενιαίας θεωρίας”, μπορεί να προβλέπει το “Πολυσύμπαν”, και η σύγχρονη φυσική και κοσμολογία έχουν δώσει επίσης ένα νόημα στην έννοια των παράλληλων φυσικών οντοτήτων. Η υπόθεση της “σκοτεινής ύλης” π.χ. – μιας μορφής ύλης που αποτελεί το 90% της συνολικής ύλης στο ορατό μας σύμπαν και η οποία μπορεί να αλληλεπιδρά μόνο βαρυτικά με τη υπόλοιπη ύλη και γι’ αυτό δεν είναι ορατή – τεκμηριώνεται από αρκετά δεδομένα και εισάγει μια ποιοτικά νέα αντίληψη της διαφορότητας της ύλης, που δεν είναι πλέον μόνο ποσοτική, ένα αποτέλεσμα διαφορετικής συνάρθρωσης των ίδιων βασικών μονάδων, αλλά και ποιοτική, εμπεριέχοντας την εισαγωγή μη άμεσα συναρθρώσιμων μεταξύ τους στοιχείων της πραγματικότητας. Ωστόσο, με την υπόθεση αυτή, η κοσμολογία αποκλείει ταυτόχρονα μια απειρία άλλων μορφών που θα μπορούσε να προβλεφτούν υποθετικά, αλλά δεν έχουν πραγματική υπόσταση, τουλάχιστον στο δικό μας Σύμπαν. Οπωσδήποτε, ενώ είναι δυνατό να διευρύνουμε την αντίληψή μας ώστε να συμπεριλάβουμε τα φαινομενικά παράδοξα του κόσμου μας τα οποία ανακαλύπτει η επιστήμη, η υπόθεση των παράλληλων κόσμων, χωρίς μια αναγκαία σύνδεση μάλιστα ή ομοιότητα, παρουσιάζει μεγαλύτερη δυσκολία, καθώς δεν συμβιβάζεται με την άμεση εμπειρία και διασπά την ενότητα της Φύσης.
Μια διέξοδος από τη δυσκολία θα μπορούσε να βρεθεί στη διαλεκτική θεώρηση του κόσμου ως ενός συμπλέγματος «αλληλένδετων σπειροειδών», την οποία διατύπωσε ο ρώσος ιδεαλιστής φιλόσοφος Π. Ντ. Ουσπένσκι11. Αυτή η θεώρηση ταιριάζει έξοχα με την εξακρίβωση του αυθόρμητου σχηματισμού και της έκρηξης των μαύρων τρυπών, την οποία οφείλουμε στον ίδιο τον Χόκινγκ, οδηγώντας σε ένα παλμικό μοντέλο του Σύμπαντος, όπου φαινόμενα όπως η Μεγάλη Έκρηξη αποτελούν τοπικές συμπτύξεις και εκπυρώσεις. Ένα τέτοιο μοντέλο αφήνει ασφαλώς περιθώριο για μια ποικιλία μορφών ύλης και φαινομένων μεγαλύτερη από εκείνη που παρατηρούμε στο ορατό μέρος του σύμπαντος, γιατί τα επιμέρους σπειροειδή θα διαφέρουν μεταξύ τους. Ταυτόχρονα όμως η απαίτηση να διατηρείται η σύνδεση των σπειροειδών θέτει ένα ισχυρό περιορισμό στην ποικιλία, εξαλείφοντας τις διάφορες υποθετικές εκδοχές συμπάντων, αφού είναι σαφές ότι θα επιτρέπονται μόνο μορφές συμβατές με τον αναγκαίο τύπο σύνδεσης των σπειροειδών.
Ωστόσο, εδώ μπαίνουμε πλέον στο χώρο των φιλοσοφικών υποθέσεων για το Σύμπαν, των οποίων η διατύπωση μπορεί να βοηθήσει την επιστημονική έρευνα, αλλά όχι και να λύσει τα συγκεκριμένα προβλήματά της. Μόνο η ίδια η κοσμολογία, με την παραπέρα πρόοδό της, θα δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα όπως αυτά.
Η σύγχρονη φυσική, αναπτύσσοντας και εκλεπτύνοντας τις θεωρίες της, έχει φτάσει ολοφάνερα σε ένα επίπεδο πολυπλοκότητας και μαθηματικής αφαίρεσης, ώστε τα μοντέλα και τα εργαλεία της να γίνονται αντιληπτά μόνο σε ένα στενό κύκλο ειδικών. Τα συμπεράσματα και τα πορίσματά της, ωστόσο, τα ερωτήματα που θέτει και η εικόνα του κόσμου που οικοδομεί, χάρη και στις εκλαϊκευτικές προσπάθειες των εκπροσώπων της, είναι κατανοητά και στο μέσο κοινό. Είναι τα ίδια ερωτήματα που απασχόλησαν τον ανθρώπινο νου από τις πρωταρχές του φιλοσοφικού στοχασμού και έγιναν αντικείμενο διαμάχης ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό.
Το ότι οι κορυφαίες σύγχρονες αυθεντίες όπως ο Χόκινγκ απαντούν στα ερωτήματα αυτά παίρνοντας ρητά τη θέση του υλισμού, και μάλιστα ενός υλισμού διαστοχασμένου, διαλεκτικού και μη-μηχανιστικού, είναι ένα από το πιο σημαντικά γεγονότα και σημεία των καιρών μας. Πιστοποιεί ότι η διαμάχη ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό έχει πλέον καταστεί ώριμη για επίλυση, όπως και η διαμάχη ανάμεσα στην πρόοδο και την αντίδραση στην εποχή μας.
Είναι βέβαια αδύνατο να εξαντλήσει κανείς τα ζητήματα που θέτουν οι σύγχρονες φυσικές επιστήμες και το ίδιο μάταιη θα ήταν μια προσπάθεια να αποτιμηθεί κάθε θέμα που εγείρει το “The Grand Design” του Χόκινγκ. Από τη σκοπιά της μαρξιστικής φιλοσοφίας, κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μια άρτια γνώση τόσο της φυσικής επιστήμης όσο και της διαλεκτικής. Είναι όμως το καθήκον των υλιστών και προοδευτικών θεωρητικών να μελετούν σοβαρά τέτοιες μνημειώδεις εργασίες, ώστε να αποκτούν μια καλύτερη κατανόηση της φύσης της πραγματικότητας, πολύτιμη και αναγκαία στον αγώνα για την αλλαγή της.

Σημειώσεις
1. «Το Σύμπαν δεν χρειαζόταν Δημιουργό» λέει ο Χόκινγκ, “Το Βήμα”, 3-9-2010. Αποσπάσματα όπως παρουσιάστηκαν στην προδημοσίευση των London Times στις 2-9-2010.

2. Alan Boyle, “Hawking says god not needed. So”, http://cosmiclog.msnbc.msn.com/_news/2010/09/01/5028472-hawking-says-gods-not-needed-so. Ο ίδιος ο Μπόιλ κλίνει προς τις θεϊστικές απόψεις, αλλά αυτό δίνει έμφαση στη επιχειρηματολογία του Χόκινγκ, το υλιστικό περιεχόμενο της οποίας παρουσιάζεται με ακρίβεια από έναν ευσυνείδητο αντίπαλο.

3. Στο ίδιο.

4. Παρατίθεται στο ίδιο.

5. Βλ. την παρουσίαση της Χάνα Ντέβλιν στους “Times” και τη σχετική αρθρογραφία, όπως παρατίθενται στο The Richard Dawkins Foundation, http://richarddawkins.net/articles/509536-hawking-god-did-not-create-universe.

6. Για τα παραπάνω βλ. “Βήμα”, ό.π.

7. Η άποψη για την “αλλαγή γνώμης” του Χόκινγκ υποστηρίζεται σε πολλά ακόμη δημοσιεύματα. Βλ. π.χ., Τζένιφερ Κουίν, «Author Hawking says God not needed for creation», http://news.yahoo.com/s/ap/20100902/ap_on_en_ot/eu_britain_hawking και Λιλιάνα Ντουμίτρου-Στέφενς, «Stephen Hawking and The Grand Design», http://www.pamil-visions.net/stephen-hawking-grand-design/218270/.

8. Στ. Χόκινγκ, “Το Χρονικό του Χρόνου”, Κάτοπτρο, σελ. 207, κεφαλαία του Χόκινγκ.
9. Βλ. Μπόιλ, ό.π.
10. Παρατίθεται από τη Λ. Ντουμίτρου-Στέφενς, ό.π.
11. Βλ. P. D. Ouspensky, “A New Model of the Universe”, Λονδίνο 1978, σελ. 451, κλπ. Ο Ουσπένσκι ήταν ένας μυστικιστής και σφοδρός πολέμιος του υλισμού, αλλά διακρινόταν ταυτόχρονα από μια οξεία διαλεκτική αίσθηση. Ήταν ο πρώτος που μπόρεσε να δώσει στις “μυστικές” ιδέες για τις περισσότερες διαστάσεις ένα νόημα συμβατό με εκείνο της σύγχρονης φυσικής επιστήμης.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι χημικός και συγγραφέας. Η παρούσα βιβλιοκριτική περιέχεται στη «Μαρξιστική Σκέψη», τόμ. 1, σελ. 318-22.

 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση